History of the systems approach — Ανάπτυξη της συστημικής προσέγγισης
Ιστορία ανάπτυξης της συστημικής προσέγγισης — είναι η πορεία από τη φιλοσοφική κατανόηση της πολυπλοκότητας στη δημιουργία εργαλείων διαχείρισής της. Η συστημική ανάλυση ένωσε πλήθος επιστημονικών κλάδων, καθιστώντας αναπόσπαστο μέρος του επιστημονικού και πρακτικού εργαλειακού εξοπλισμού του 21ου αιώνα.
Η συστημική ανάλυση ως επιστημονικός κλάδος διαμορφώθηκε τον 20ό αιώνα, ωστόσο οι ρίζες της ανάγονται στην αρχαιότητα και συνδέονται με την εξέλιξη των εννοιών περί ολότητας, αλληλεπίδρασης μέρους και ολου, δομικότητας και δυναμικής των συστημάτων. Η ιστορία ανάπτυξης της συστημικής ανάλυσης αντικατοπτρίζει τη μετάβαση από τη φιλοσοφική κατανόηση της συστημικότητας στη δημιουργία τυποποιημένων μεθόδων μοντελοποίησης και διαχείρισης σύνθετων αντικειμένων.
Αρχαίες και προεπιστημονικές ρίζες
Οι ιδέες που βρίσκονται στη βάση της συστημικής ανάλυσης απαντώνται ήδη στη φιλοσοφία της Αρχαίας Ελλάδας. Ο Αριστοτέλης διατύπωσε την αρχή σύμφωνα με την οποία το όλον είναι κάτι περισσότερο από το άθροισμα των μερών του — αυτή είναι μία από τις πρώτες εκφράσεις της ιδέας της συστημικής ολότητας. Κατά την Αναγέννηση και τη Νεότερη εποχή, εμβαθύνθηκαν οι αντιλήψεις για τη δομή και την τάξη στη φύση χάρη στις μεθόδους επαγωγής και παραγωγής (Φ. Μπέικον, Ρ. Ντεκάρτ), καθώς και στη δημιουργία μαθηματικών μοντέλων αλληλεπιδράσεων (Ι. Νεύτων, Γ. Λάιμπνιτς).
19ος αιώνας: διαμόρφωση προϋποθέσεων της συστημικής σκέψης
Τον 19ο αιώνα εμφανίζονται προσεγγίσεις που αντικατοπτρίζουν τις ιδέες της οργάνωσης και της ολότητας:
- Στη χημεία (Α. Μπούτλεροφ) — η θεωρία της χημικής δομής ως παράδειγμα συστημικής εξάρτησης των ιδιοτήτων από τη δομή·
- Στη βιολογία — η κυτταρική θεωρία (Σβαν και Σλάιντεν), οι ιδέες περί προσαρμογής και εξέλιξης (Χ. Σπένσερ, Κ. Δαρβίνος)·
- Στη φιλοσοφία — η διαφοροποίηση και η ολοκλήρωση ως καθολικές διεργασίες.
Ανακύπτει η ανάγκη ενοποίησης ανθρωπιστικής και τυπικής γνώσης — προϋπόθεση των μελλοντικών διεπιστημονικών επιστημών.
Αρχές 20ού αιώνα: η γένεση των συστημικών κατευθύνσεων
Στις αρχές του 20ού αιώνα επιχειρούνται προσπάθειες κατανόησης οικουμενικών οργανωτικών νομοτελειών:
- Ο Α. Α. Μπογκντάνοφ εισάγει την έννοια της τεκτολογίας — της καθολικής οργανωτικής επιστήμης, στην οποία περιγράφει την αρχή της κινητής ισορροπίας ως μορφή ύπαρξης ανοιχτών συστημάτων·
- Ο Ε. Μπάουερ διατυπώνει την αρχή της θεμελιώδους ανισορροπίας των ζώντων συστημάτων, τονίζοντας τον ενεργητικό τους χαρακτήρα και τη συνεχή κατανάλωση ενέργειας για τη διατήρηση της δομικής ακεραιότητας.
Τόσο η τεκτολογία του Μπογκντάνοφ όσο και η αρχή ανισορροπίας του Μπάουερ αποτέλεσαν ιδεολογικούς και μεθοδολογικούς πρόδρομους πολλών μεταγενέστερων κατευθύνσεων στις επιστήμες των συστημάτων, συμπεριλαμβανομένων:
- της γενικής θεωρίας συστημάτων του Λ. φον Μπερταλάνφι,
- της συνεργετικής του Χ. Χάκεν,
- της θεωρίας αυτοοργάνωσης και μη γραμμικής δυναμικής,
Τεκτολογία του Α. Α. Μπογκντάνοφ
Μία από τις πρώτες προσεγγίσεις στη συστημική σκέψη υπήρξε η τεκτολογία, που ανέπτυξε ο Α. Α. Μπογκντάνοφ (πραγματικό όνομα — Αλεξάντρ Αλεξάντροβιτς Μαλινόφσκι). Στο πολύτομο έργο του «Τεκτολογία. Καθολική Οργανωτική Επιστήμη» (1903–1922), ο Μπογκντάνοφ επεδίωκε να εντοπίσει οικουμενικούς οργανωτικούς νόμους που δρουν σε όλα τα επίπεδα: φυσικό, βιολογικό, κοινωνικό και πολιτιστικό.
Το βασικό θέσφατο της τεκτολογίας — η αρχή της κινητής ισορροπίας, σύμφωνα με την οποία κάθε οργανωμένο σύστημα διατηρεί τη σταθερότητά του χάρη στη συνεχή αλληλεπίδραση με το εξωτερικό περιβάλλον και στην αντιστάθμιση των μεταβολών που προκύπτουν. Υπό αυτή την έννοια, το σύστημα θεωρείται ενεργητικός συμμετέχων στην ανταλλαγή ύλης, ενέργειας και πληροφορίας, ενώ η σταθερότητά του αποτελεί αποτέλεσμα δυναμικής ισορροπίας.
Ο Μπογκντάνοφ ουσιαστικά εισάγει από τους πρώτους την έννοια του ανοιχτού συστήματος, αν και χρησιμοποιεί δικό του εννοιολογικό σύστημα — «ίγκρεσία», «έγκρεσία», «δεσσιμίλωση», «ασσιμίλωση» κ.ά. Παρά την πολυπλοκότητα της ορολογίας, η τεκτολογία προοιώνισε πολλές ιδέες της γενικής θεωρίας συστημάτων και της συστημικής δυναμικής.
Αρχή ανισορροπίας του Ε. Μπάουερ
Τη δεκαετία του 1930, ο Ούγγρο-Ρώσος βιολόγος Έρβιν Μπάουερ πρότεινε μια θεμελιώδη αρχή για τη βιολογία και τη θεωρία συστημάτων: τα ζώντα συστήματα είναι κατά βάση ανισόρροπα. Στο έργο του «Θεωρητική Βιολογία» (1935) εκτίθεται η ιδέα ότι σε αντίθεση με τα φυσικά και χημικά αντικείμενα, τα ζώντα συστήματα δεν βρίσκονται ποτέ σε κατάσταση ισορροπίας, αλλά εκτελούν συνεχώς έργο έναντι της εντροπίας με τη δική τους ελεύθερη ενέργεια.
Ο οργανισμός, κατά τον Μπάουερ, δεν καταναλώνει απλώς εξωτερική ενέργεια, αλλά τη χρησιμοποιεί κατά κύριο λόγο για τη διατήρηση της εσωτερικής του ανισόρροπης δομής. Αυτό σημαίνει ότι η σταθερότητα του ζώντος συστήματος εξασφαλίζεται όχι μόνο από την εξωτερική εισροή ενέργειας, αλλά και από την ενεργητική ανακατανομή και συσσώρευσή της σε στοχοθετημένες δομές — πρόδρομος των εννοιών «βιοδυναμικό» και «στοχευμένη δραστηριότητα».
Ο Μπάουερ τεκμηρίωσε έτσι την εσωτερική κατευθυντικότητα και οργάνωση των ζώντων συστημάτων, κάνοντας ένα βήμα προς την κατανόηση της αυτοοργάνωσης και της βιώσιμης ανάπτυξης, κάτι που αποτέλεσε κλειδί για τις μελλοντικές έννοιες συστημάτων με στοχοκατευθυνόμενη συμπεριφορά.
Μέσα 20ού αιώνα: θεσμοποίηση της συστημικής προσέγγισης
Στο δεύτερο τέταρτο του 20ού αιώνα, η συστημική προσέγγιση μετέβη από τη φάση των θεωρητικών αναζητήσεων στην επιστημονική θεσμοποίηση. Αυτό εκδηλώθηκε στη διαμόρφωση ανεξάρτητων κλάδων, ακαδημαϊκών σχολών, επιστημονικών όρων και εννοιών, οργανωτικών δομών, καθώς και στην εμφάνιση πρακτικά προσανατολισμένων κατευθύνσεων της συστημικής ανάλυσης.
Την περίοδο αυτή η συστημική σκέψη αρχίζει να αποκτά διαμορφωμένες επιστημονικές μορφές:
- Κυβερνητική (Ν. Βίνερ) — επιστήμη της διαχείρισης και επικοινωνίας σε ζώντες οργανισμούς και μηχανές·
- Επιχειρησιακή Έρευνα — διεπιστημονική προσέγγιση στην επίλυση προβλημάτων διαχείρισης και βελτιστοποίησης, που αναπτύσσεται από τη δεκαετία του 1940·
- Γενική θεωρία συστημάτων (Λ. φον Μπερταλάνφι) — η έννοια του ανοιχτού συστήματος, ικανού για αυτορρύθμιση και πολυπλοκοποίηση παρά την εντροπία.
Κυβερνητική και μηχανολογικές εφαρμογές
Ένα από τα βασικά στάδια θεσμοποίησης υπήρξε η ανάπτυξη της κυβερνητικής ως επιστήμης της διαχείρισης, επικοινωνίας και ρύθμισης σε τεχνικά, βιολογικά και κοινωνικά συστήματα. Η κυβερνητική έλαβε ώθηση τη δεκαετία του 1940, μεταξύ άλλων χάρη στα έργα του Νόρμπερτ Βίνερ, ο οποίος διατύπωσε τα θεμέλια μιας οικουμενικής προσέγγισης στα αυτορρυθμιζόμενα συστήματα.
Οι ιδέες της κυβερνητικής υιοθετήθηκαν και αναπτύχθηκαν στην ΕΣΣΔ. Το 1959 συγκροτήθηκε στο Προεδρείο της ΑΝ ΕΣΣΔ το Επιστημονικό Συμβούλιο για το σύνθετο πρόβλημα «Κυβερνητική» υπό την ηγεσία του ακαδημαϊκού Α. Ι. Μπεργκ. Την ίδια περίοδο άρχισαν να αναπτύσσονται ενεργά βιοτεχνικές και μηχανολογικές κατευθύνσεις, συμπεριλαμβανομένης της αυτοματοποίησης, της διαχείρισης και της επεξεργασίας πληροφοριών.
Επιχειρησιακή Έρευνα
Παράλληλα διαμορφωνόταν ο κλάδος της Επιχειρησιακής Έρευνας (ΕΕ) — μιας επιστήμης προσανατολισμένης στην επίλυση πρακτικών προβλημάτων διαχείρισης, σχεδιασμού και βελτιστοποίησης υπό συνθήκες περιορισμένων πόρων και αβεβαιότητας. Η ΕΕ αναπτύχθηκε από στρατιωτικές εφαρμογές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και διαδόθηκε γρήγορα στην οικονομία, τη λογιστική και τη βιομηχανία. Στην ΕΣΣΔ η ανάπτυξη της ΕΕ συνδέεται με επιστήμονες όπως ο Λ. Β. Καντόροβιτς, η Ε. Σ. Βέντσελ, ο Ν. Π. Μπουσλένκο, ο Ν. Ν. Μοϊσέγεφ κ.ά., οι οποίοι συνέβαλαν στην ανάπτυξη μεθόδων μοντελοποίησης, στατιστικής ανάλυσης, βελτιστοποίησης και προσομοίωσης σύνθετων συστημάτων.
Διαμόρφωση της γενικής θεωρίας συστημάτων
Σημαντικό βήμα υπήρξε η διατύπωση της γενικής θεωρίας συστημάτων (General System Theory) από τον Αυστριακό βιολόγο Λούντβιχ φον Μπερταλάνφι. Η έννοια του ανοιχτού συστήματος που βρίσκεται σε συνεχή αλληλεπίδραση με το περιβάλλον επέτρεψε να προσδοθεί τυποποίηση και οικουμενικότητα στη συστημική σκέψη. Σε αντίθεση με την κυβερνητική, που επικεντρωνόταν στη διαχείριση και τις ανατροφοδοτήσεις, η θεωρία του Μπερταλάνφι έδωσε έμφαση στη δομή, την ιεραρχία και την εξέλιξη των συστημάτων.
Εμφάνιση της συστημικής ανάλυσης ως εφαρμοσμένου κλάδου
Την ίδια περίοδο διαμορφώνεται η συστημική ανάλυση ως εφαρμοσμένος κλάδος, προσανατολισμένος στα εξής:
- ανάλυση σύνθετων διεπιστημονικών προβλημάτων·
- μοντελοποίηση με εκτίμηση της πολυπαραγοντικότητας και της αβεβαιότητας·
- ολοκλήρωση διαφόρων μεθόδων (τυπικών και εκτιμητικών)·
- ανάπτυξη διοικητικών αποφάσεων.
Δεύτερο μισό 20ού αιώνα: Διαμόρφωση της συστημικής ανάλυσης ως εφαρμοσμένου κλάδου
Στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα η συστημική ανάλυση διαμορφώνεται ως εφαρμοσμένη θεωρία, αποσκοπώντας στην επίλυση προβλημάτων υπό συνθήκες αβεβαιότητας, πολυκριτηριακότητας και υψηλής πολυπλοκότητας. Κίνητρο γι' αυτό υπήρξε η ανάπτυξη:
- αυτοματοποιημένων συστημάτων διαχείρισης,
- εφαρμοσμένης μαθηματικής και θεωρίας λήψης αποφάσεων,
- μηχανικής συστημάτων και επιστημών διαχείρισης.