Criterion — Κριτήριο

From Systems analysis wiki
Jump to navigation Jump to search

Κριτήριο — γνώρισμα βάσει του οποίου διενεργείται αξιολόγηση, προσδιορισμός ή ταξινόμηση κάποιου πράγματος· μέτρο αξιολόγησης.

Το κριτήριο αποτελεί ένα επιλεγμένο χαρακτηριστικό, μέσω του οποίου μπορεί να περιγραφεί ένα αντικείμενο ή φαινόμενο.

Γενικοεπιστημονική πτυχή

Με την ευρεία έννοια, το κριτήριο ορίζεται ως γνώρισμα ή μέτρο βάσει του οποίου διενεργείται αξιολόγηση, προσδιορισμός ή ταξινόμηση κάποιου πράγματος. Δηλαδή, το κριτήριο χρησιμεύει ως καθολική βάση σύγκρισης αντικειμένων και φαινομένων. Συχνά τα κριτήρια θεωρούνται ως ποσοτικά μοντέλα ποιοτικών στόχων: αποσκοπούν στην τυποποίηση των στόχων και στην προσέγγισή τους, παραμένοντας μετρήσιμοι δείκτες. Έτσι, στην επιστήμη το κριτήριο λειτουργεί ως αντικειμενικό χαρακτηριστικό που επιτρέπει την αντικειμενική σύγκριση εναλλακτικών ή τον έλεγχο της συμμόρφωσης προς τις συνθήκες.

Κριτήριο στη συστημική ανάλυση

Τα κριτήρια, υπό μία έννοια, αποτελούν ποσοτικά μοντέλα ποιοτικών στόχων. Πράγματι, τα διαμορφωμένα κριτήρια στη συνέχεια, κατά κάποιον τρόπο, υποκαθιστούν τους στόχους. Από τα κριτήρια απαιτείται η μεγαλύτερη δυνατή αντιστοιχία με τους στόχους, η ομοιότητα με αυτούς. Ωστόσο, ταυτόχρονα τα κριτήρια δεν μπορούν να συμπίπτουν πλήρως με τους στόχους, καθώς καθορίζονται με διαφορετικό τρόπο. Οι στόχοι απλώς ονομάζονται. Τα κριτήρια όμως πρέπει να εκφράζονται σε συγκεκριμένες κλίμακες μέτρησης. Συχνά απαντάται και μια κάπως διαφορετική, αλλά εξίσου έγκυρη ερμηνεία της έννοιας «κριτήριο», όταν ως κριτήριο θεωρείται η ποιοτική πλευρά του επιτευχθέντος αποτελέσματος, της επίτευξης του στόχου. Σε αυτή την ερμηνεία, η έννοια «κριτήριο» διαχωρίζεται από τις έννοιες «δείκτης» και «παράμετρος». Κατά την ερμηνεία αυτή, ένα και το αυτό κριτήριο μπορεί να διαθέτει περισσότερους δείκτες και παραμέτρους.

Οι προβληματικές καταστάσεις που απαιτούν επίλυση περιέχουν διάφορα είδη αβεβαιοτήτων, οι οποίες μπορούν συμβατικά να αναχθούν σε αβεβαιότητες που αφορούν τη φύση, τον άνθρωπο και τους στόχους επίλυσης του προβλήματος. Για να ξεπεραστεί η αβεβαιότητα, καταφεύγουν σε απλουστευμένη αναπαράσταση του εν λόγω προβλήματος και στην κατασκευή μοντέλων, κάτι που αποτελεί πάντα άτυπη και μη κωδικοποιημένη διαδικασία. Μία από τις πιο διαδεδομένες προσεγγίσεις για την απλούστευση του προβλήματος επιλογής συνίσταται στην άντληση πρόσθετων πληροφοριών μέσω της περιγραφής των εξεταζόμενων εναλλακτικών (επιλογών, αντικειμένων) στη γλώσσα των κριτηρίων.

Το σύνολο των κριτηρίων που χρησιμοποιούνται για την περιγραφή της προβληματικής κατάστασης πρέπει να ικανοποιεί τις ακόλουθες απαιτήσεις:

  • πληρότητα — το σύνολο των κριτηρίων πρέπει να αντικατοπτρίζει όλες τις ουσιώδεις πτυχές του εξεταζόμενου προβλήματος, την ποιότητα της επίλυσής του και τα βασικά χαρακτηριστικά των εναλλακτικών·
  • αναλυσιμότητα — η σύνθεση των κριτηρίων πρέπει να απλουστεύει την περιγραφή και την ανάλυση του προβλήματος, να επιτρέπει την αξιολόγηση διαφόρων χαρακτηριστικών των εναλλακτικών και διαφόρων πτυχών της ποιότητας επίλυσης του προβλήματος·
  • μη πλεονασμός — ο αριθμός των κριτηρίων πρέπει να είναι ο ελάχιστος αναγκαίος για την επίλυση του προβλήματος, τα κριτήρια δεν πρέπει να επαναλαμβάνουν το ένα το άλλο ως προς το περιεχόμενό τους·
  • διαφάνεια — το περιεχόμενο και η σημασία των κριτηρίων, οι διατυπώσεις των βαθμίδων αξιολόγησης στις κλίμακες των κριτηρίων πρέπει να γίνονται κατανοητά κατά τρόπο μονοσήμαντο από όλους τους συμμετέχοντες στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Κριτήριο στη θεωρία λήψης αποφάσεων

Κριτήριο — στη θεωρία λήψης αποφάσεων, είναι στοιχείο του προβλήματος λήψης αποφάσεων σύμφωνα με το οποίο το υποκείμενο λήψης αποφάσεων (ΥΛΑ) επιλέγει τη μία ή την άλλη εναλλακτική από ένα σύνολο εναλλακτικών.

Στη θεωρία λήψης αποφάσεων, το κριτήριο θεωρείται ως μετρικός ή συμβολικός δείκτης βάσει του οποίου το ΥΛΑ (υποκείμενο λήψης αποφάσεων) αξιολογεί τις εναλλακτικές. Τυποποιεί τον στόχο του προβλήματος — για παράδειγμα, μεγιστοποίηση κέρδους ή ελαχιστοποίηση κινδύνου — και χρησιμεύει ως κανόνας επιλογής της βέλτιστης λύσης. Εάν προκύπτουν πολλαπλά κριτήρια (πολυκριτηριακό πρόβλημα), αντικείμενο της ανάλυσης καθίσταται η εύρεση μιας συμβιβαστικής λύσης που να ικανοποιεί όλους τους σημαντικούς δείκτες.

Επιστημολογικο-μεθοδολογική πτυχή

Από μεθοδολογική άποψη, τα κριτήρια επιτελούν τον ρόλο κανόνων ή συνθηκών που διασφαλίζουν την αξιοπιστία της επιστημονικής έρευνας. Για παράδειγμα, στην επιστημολογία διατυπώνεται το κριτήριο επιστημονικότητας — ο κανόνας οριοθέτησης της επιστημονικής γνώσης. Έτσι, ο K. Popper πρότεινε το «κριτήριο διαψευσιμότητας»: μια επιστημονική υπόθεση πρέπει να επιδέχεται έλεγχο και δυνατότητα διάψευσης. Με ευρύτερη έννοια, τα μεθοδολογικά κριτήρια μπορεί να καθορίζουν απαιτήσεις ως προς την ορθότητα των μοντέλων, την πληρότητα των αποδείξεων ή την επαναληψιμότητα του πειράματος. Τα κριτήρια που καθορίζονται κατ' αυτόν τον τρόπο εγγυώνται αυστηρή προσέγγιση στη διαμόρφωση επιστημονικών συμπερασμάτων και την καταλληλότητα των ληφθέντων αποτελεσμάτων.

Φιλοσοφική πτυχή

Στη φιλοσοφία, το κριτήριο νοείται ως μέτρο αλήθειας μιας κρίσης ή ενός γεγονότος. Η επιστημολογία και η γνωσιολογία ερευνούν ακριβώς τα «κριτήρια αλήθειας», δηλαδή τις βάσεις βάσει των οποίων διακρίνονται αληθείς και ψευδείς προτάσεις. Διαφορετικές φιλοσοφικές σχολές προτείνουν διαφορετικά κριτήρια: άλλες στηρίζονται στην τυπική μη-αντίφαση και τη λογική ορθότητα, άλλες στη συμφωνία με την εμπειρία ή το πρακτικό αποτέλεσμα. Έτσι, εκπρόσωποι του κλασικού εμπειρισμού (Hume, Russell) όριζαν την αλήθεια μέσω της αντιστοιχίας με τις αισθήσεις, ενώ οι πραγματιστές μέσω της χρησιμότητας και της πρακτικής επιτυχίας των αναπαραστάσεων. Στις ιδεαλιστικές και λογικές παραδόσεις η έμφαση δίδεται στην εσωτερική συνοχή της γνώσης. Χωριστά, η μαρξιστική φιλοσοφία επισημαίνει ότι «στο ζήτημα της ύπαρξης αντικειμενικής αλήθειας της σκέψης αποφαίνεται η πράξη» — η πράξη θεωρείται ως κριτήριο αλήθειας. Έτσι, η φιλοσοφική κατανόηση του κριτηρίου συνδέεται με την επιλογή θεμελιωδών αρχών γνώσης που καθορίζουν το μέτρο αξιοπιστίας της γνώσης.

Γλωσσολογική πτυχή

Ο όρος «κριτήριο» προέρχεται από την ελληνική λέξη (κριτήριον από το κρίνω «διακρίνω, κρίνω») μέσω λατινικών και γαλλικών τύπων. Ερμηνευτικά λεξικά ορίζουν το «κριτήριο» ως «γνώρισμα βάσει του οποίου διενεργείται αξιολόγηση, προσδιορισμός ή ταξινόμηση κάποιου πράγματος». Έτσι, στη γλώσσα το «κριτήριο» δηλώνει γλωσσολογική έννοια — τη βάση για τη λήψη αποφάσεων ή τη διατύπωση κρίσεων για κάποιο αντικείμενο.